Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

όλα για το καλό...

«Τελικά τι καταφέραμε, τόσα χρόνια δουλειάς, ούτε ένα αυτοκίνητο δεν κατορθώσαμε να αποκτήσουμε. Πάλι με το λεοφωρείο, σαν κρεμμύδια μέσα στην ζέστη για ένα μπάνιο στην θάλασσα».
Αυτά είπε η κυρία Μέλπω στον άντρα της και σηκώθηκε να ετοιμάσει τα παιδιά.
Είχε δίκιο, ούτε ένα αυτοκίνητο. Όλα με στέρηση, με το μέτρο και πάλι δύσκολα. Έξι παιδιά, από έξι χρονών μέχρι και δεκάξι. Που να τα κάνεις καλά.
Αν δεν κάνετε γρήγορα, φώναξε ο Τίτος Μάνης, δεν προλαβαίνουμε των εννιάμιση. Αν το χάσουμε, πάει η θάλασσα, ξεχάστε την.
Ένα ποδοβολητό από τα πήγαινε έλα της προετοιμασίας ακούστηκε ανάμεσα από γέλια και φωνές. Η ομάδα ετοιμαζόταν για το κυριακάτικο μπάνιο. Φαγητά, φρούτα, νερά, μπανιερά, πετσέτες, ομπρέλες θαλάσσης, σωσίβια, στρώματα, καπέλα, όλα σε παράταξη. Παρόλες τις προσπάθειες και τις απειλές του Τίτου η οικογένεια αργούσε και το λεωφορείο των εννιάμιση δεν το προλάβαιναν με τίποτα.
Εννέα και είκοσι πέντε όλα ήταν έτοιμα αλλά μέχρι τη στάση ήθελαν τουλάχιστον δέκα λεπτά.
Να πάμε, μπορεί να καθυστερήσει, είπε η μεγάλη τους κόρη.
Δεν προλαβαίνουμε, είπε ο πατέρας της και θάναι ανόητο να περιμένουμε μια ώρα στη στάση για το επόμενο.
Δεν πειράζει ας πάρουμε το επόμενο, πρότεινε η γυναίκα του, νιώθοντας την μεγάλη επιθυμία των παιδιών που είχαν μαζευτεί γύρω της πανέτοιμα για τη θάλασσα.
Δηλαδή τι, να φθάσουμε στις δώδεκα και βάλε και να φύγουμε στις τρεις που φεύγει το τελευταίο; αναρωτήθηκε φωναχτά ο Τίτος Μάνης.
Σύσσωμη η οικογένεια, αντιλαμβανόμενη τα λογικά επιχειρήματα του πατέρα, απογοητευμένη σιώπησε.
Να πάμε με το αυτοκίνητο του μπαμπά, πετάχτηκε ο μικρός της οικογένειας.
Με τι; τον ρώτησαν όλοι μαζί ξαφνιασμένοι.
Με το αυτοκίνητο του μπαμπά, επανέλαβε ο μικρός. Με την μαύρη νεκροφόρα.
Ο Τίτος Μάνης δούλευε ανελλιπώς, τριάντα χρόνια σχεδόν χωρίς μέρα άδειας, σαν οδηγός σε γραφείο τελετών. Ποτέ δεν χώνεψε τον εργοδότη του. Σκληρός, ύπουλος, σφιχτοχέρης, γλύφτης και υποκριτής, άνοιγε το ένα γραφείο μετά το άλλο πίνοντας το αίμα των εργαζομένων του και πατώντας πάνω στον πόνο και την λύπη των ανθρώπων.
Ναι, ναι φώναξαν τα μικρότερα της οικογένειας, να πάμε με το δικό μας, μας χωρά όλους και γυρνάμε ότι ώρα θέλουμε.
Η Μέλπω κοίταξε με απορία τον άντρα της. Ο Τίτος Μάνης στην αρχή δίστασε, έριξε μια ματιά τριγύρω και σαν να τον χτύπησε αστραπή είπε, σηκώνοντας θριαμβευτικά το ένα του χέρι:
Εμπρός, πάμε με το δικό μας, κι ότι βρέξει ας κατεβάσει.
Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Χειροκροτήματα, μπράβο μπαμπά, ζήτω, φύγαμε…Κατέβηκαν όλοι στο δρόμο με όλα τα πράγματα που κουβαλούσαν, έβγαλαν προσεκτικά το κάλυμμα της αστραφτερής, μαύρης, πολυτελούς νεκροφόρας κι ετοιμάστηκαν για επιβίβαση. Η Μέλπω, αμήχανη και αβέβαιη γι αυτή την τολμηρή απόφαση του άντρα της δεν είπε κουβέντα, έστρωσε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μια μεγάλη καρώ κουβέρτα για να καλύψει τη σατέν γυαλιστερή άσπρη επένδυση και κάθισε στη θέση του συνοδηγού.
Να πάρουμε και τη βάρκα, είπε ο μικρός.
Να τα πάρουμε όλα, είπε ο Τίτος Μάνης κι έδεσε την κίτρινη φουσκωτή βάρκα μαζί με τα στρώματα θαλάσσης στο πάνω μέρος της οροφής της νεκροφόρας.
Ο γείτονας που κοιτούσε τα διαδραματιζόμενα από το παράθυρο αμήχανος, έτριβε τα μάτια του κι έφτυνε τον κόρφο του.
Να τα πάρουμε όλα, ξαναείπε ξαναμμένος ο Τίτος Μάνης και έδωσε το τελικό πρόσταγμα για επιβίβαση ξεπερνώντας τους αρχικούς του δισταγμούς.
Μόλις βολεύτηκαν, έβαλε μπροστά και ακολούθησε παράπλευρους δρόμους προς τη θάλασσα για να αποφύγει πιθανό έλεγχο από την αστυνομία. Από όπου περνούσαν ο κόσμος έκπληκτος σταυροκοπιόταν βλέποντας τα ευτυχισμένα χαμογελαστά παιδιά της οικογένειας να διασκεδάζουν μέσα στην αστραφτερή μαύρη νεκροφόρα.
Σε μισή ώρα ήταν στην θάλασσα. Πάρκαραν κάπου απόμακρα, έβαλαν το κάλυμμα στη νεκροφόρα, έστησαν τις ομπρέλες, άπλωσαν τα πράγματα και βούτηξαν στο δροσερό νερό. Έβγαιναν, έμπαιναν, έτρωγαν, τραγουδούσαν, χόρευαν, έπαιζαν, έλεγαν ανέκδοτα, έβγαζαν φωτογραφίες, μέχρι που ήλιος άρχισε να δύει. Η παραλία είχε αδειάσει κι αυτοί εκεί, απολάμβαναν κάθε στιγμή χωρίς τίποτα να τους πιέζει. Άρχισε να σκοτεινιάζει, άναψαν φωτιά και ο Τίτος Μάνης – πραγματικά ευτυχισμένος μετά από πολύ καιρό- αγόρασε πίτσες και παγωτό για όλους.
Όταν πλέον η ώρα κόντευε δέκα και τα μικρά της οικογένειας ήταν έτοιμα να αποκοιμηθούν αποφάσισαν να φύγουν. Ανέβηκαν προσεκτικά στην νεκροφόρα και ξεκίνησαν ακολουθώντας τον κεντρικό παραλιακό δρόμο για να απολαύσουν τη θέα της θάλασσας, που λαμπίριζε στο φως του φεγγαριού. Τα μικρά νανουρίζονταν από τον μελωδικό θόρυβο που έκαναν σε κάθε στροφή του δρόμου τα κρύσταλλα από τα κηροπήγια που στόλιζαν το εσωτερικό της νεκροφόρας και τα μεγαλύτερα τραγουδούσαν ευτυχισμένα για την ανέλπιστη ημέρα, ευχαριστώντας κάθε τόσο τον πατέρα τους για το μοναδικό δώρο που τους έκανε.
Όταν έφθασαν σπίτι, έβγαλαν ένα- ένα τα πράγματα, κατέβασαν την κίτρινη βάρκα και τα πολύχρωμα στρώματα από την οροφή του αμαξιού και ο Τίτος Μάνης κάθισε να καθαρίσει τη σατέν γυαλιστερή επένδυση από την άμμο, ελέγχοντας με σχολαστικότητα τα πάντα, να μην απομείνει κανένα ίχνος που θα πρόδιδε την αλησμόνητη εκστρατεία στη θάλασσα.
Ξανάβαλε το κάλυμμα και ανέβηκε στο σπίτι. Αν και την επομένη τον περίμενε πολύ δουλειά δεν κατόρθωσε να κοιμηθεί. Όλο το βράδυ χάζευε τα χαρούμενα όνειρα των παιδιών που κολυμπούσαν στο ημίφως του καντηλιού-που ανελλιπώς άναβε η γυναίκα του κάθε Κυριακή.
του Γιάννη Πάσχου...
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Ιστορία πρώτη, από την συλλογή διηγημάτων "Μια νυξ δι εν έτος" εκδόσεις Μελάνι, 2009